ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΑ - ΟΚΤΩΗΧΟΣ - ΜΗΝΑΙΑ - ΤΡΙΩΔΙΟ - ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ
ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΞΟΔΙΑΣΤΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ
ΣΤΑΣΕΙΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ - ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΕΣ - ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ
ΟΙ ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ - ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ ΣΟΦΙΑΣ - ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΓΙΑ ΟΤΙ ΝΕΟΤΕΡΟ ΘΑ ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΤΑΙ Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΙΝΔΟΥΪΣΤΙΚΟ ΑΣΡΑΜ



Καὶ ἔσται ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἐμφανὲς τὸ ὅρος Κυρίου, ἕτοιμον ἐπὶ τὰς κορυφᾶς τῶν ὀρέων καὶ μετεωρισθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν· καὶ σπεύσουσι πρὸς αὐτὸ λαοὶ καὶ πορεύσονται ἔθνη πολλὰ καὶ ἐρούσι: Δεῦτε, ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὅρος Κυρίου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ δείξουσιν ἠμὶν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ καὶ πορευσόμεθα ἐν ταῖς τρίβοις αὐτοῦ (Μιχαίας 4/δ: 1,2).

I. Ἡ ἀνακάλυψη τῆς Πνευματικῆς Ἀλήθειας

Ἀνατράφηκα ἀπὸ οἰκογένεια μὴ θρησκευόμενη. Οἱ γονεῖς μου ἤσαν ἀθεϊστὲς ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουν ἀκόμα παιδί, καὶ ἐπίσης πολὺ δραστήριοι στὸν φιλελεύθερο-ἀριστερίζοντα πολιτικὸ χῶρο. Τὸ ἐνδεχόμενο νὰ γίνω Χριστιανὸς δὲν ὑπῆρχε οὔτε σὰν σκέψη.  Δὲν γνώριζα κανένα Χριστιανό, καὶ ἡ Μητέρα μου ἦταν μία πρώην Ρωμαιοκαθολικὴ ποὺ εἶχε γυρίσει τὴν πλάτη της στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν Χριστιανισμό.

Οἱ παιδικὲς χαρὲς καὶ οἱ δρόμοι τῆς πόλης ποὺ μεγάλωσα – λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Νέα Ὑόρκη – μὲ ἔμαθαν νὰ παίζω σκληρὴ μπάλλα.  Ἡ ζωὴ ἦταν γιὰ νὰ τὴν «ἀποκτήσεις». Ἡ ζωὴ ἦταν γιὰ νὰ τὴν «ἁρπάξεις», ἂν δὲν σοὺ δινόταν.  Δὲν ὑπῆρχε κανένας σκοπὸς στὴ ζωή, ἔτσι, τὰ μόνα ὑπαρκτὰ πράγματα ἦταν τὸ «ἔχειν», τὸ «ἀποκτᾶν», τὸ «ἁρπάζειν» καὶ τὸ «κρατεῖν».  Ὅλοι ἐμοίαζαν νὰ τὸ πρεσβεύουν αὐτό, καὶ νὰ ζοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἔτσι καὶ ἐγὼ ποτὲ δὲν τὸν ἀμφισβήτησα. Τὸ πρόβλημα ἦταν πὼς ὁ ἐσωτερικός μου κόσμος ἦταν γεμάτος ἀπὸ ἔντονη ἀνησυχία, ἀνασφάλεια, κατάθλιψη καὶ ἀπόγνωση. Εἶχα ἤδη ξεκινήσει νὰ καπνίζω, νὰ πίνω καὶ νὰ κάνω χρήση μαριχουάνας.   Στὰ 15 μοῦ, ἔκανα χρήση LSD. Μέχρι νὰ κλείσω τὰ 16, ἡ «δημοφιλὴς» ψυχαγωγία ἦταν ἡ ἡρωίνη.  Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς φίλους μου ἔγιναν ἡρωινομανεῖς πρὶν κλείσουν τὰ 18 τους.

Στὰ 16 μοῦ, μὲ συνέλαβαν γιὰ κατοχὴ καὶ πώληση μαριχουάνας.  Οἱ γονεῖς μου ἀντιμετώπισαν τὸ περιστατικὸ αὐτὸ μὲ τὴν στάση τῆς «σκληρῆς ἀγάπης»….. πετώντας μὲ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι.  Ζοῦσα ἔκτοτε μέσα σὲ ἐγκαταλελειμμένα αὐτοκίνητα καὶ σὲ διαμερίσματα ἄλλων ἀλητόπαιδων ποὺ ἤξερα.  Ἀρκετοὶ ἀπὸ μᾶς εἴχαμε λύσει τοὺς δεσμούς μας μὲ τὴν οἰκογένεια καὶ τὸ σχολεῖο.  Ὅταν κλήθηκα στὸ δικαστήριο, οἱ γονεῖς μου ἔλειπαν ἐκτὸς χώρας γιὰ τὶς διακοπές τους καὶ ὁ δικαστὴς μὲ ἄφησε ἐλεύθερο ὑπὸ ὅρους, μὲ δική μου εὐθύνη. Ἔπρεπε νὰ ἐμφανιστῶ στὸ δικαστήριο μετὰ ἀπὸ περίπου τέσσερις μῆνες. Οἱ τέσσερις μῆνες ποὺ ἀκολούθησαν ἦταν ἐφιάλτης, καὶ ἕνα ἀτέρμονο βύθισμα σὲ μία «μαύρη τρύπα» ἀπόγνωσης.

Ἐν καιρῶ, ξαναβρέθηκα μὲ τοὺς γονεῖς μου. Ὅταν ἐπέστρεψα, διαπίστωσα πὼς τὰ πράγματα εἶχαν ἀλλάξει.  Ἡ Μητέρα μου εἶχε ἐνταχθεῖ στοὺς Α.Α. (Ἀνώνυμους Ἀλκοολικοὺς) καὶ εἶχε βιώσει ἕνα βαθύτατο πνευματικὸ «ξύπνημα» ποὺ ἄλλαξε τὴν ζωή της. Διάβαζε τὸν Alan Watts καὶ τὸν DT Suzuki καὶ βιβλία ὅπως τὴν Αἰγυπτιακὴ Βίβλο τῶν Νεκρῶν. Εἶχε ἀλλάξει ἡ ὄψη της καὶ ἡ στάση της. Ἦταν πιὸ ἤρεμη, καὶ πιὸ ἁπαλή. Ἄρχισα νὰ διαβάζω μερικὰ ἀπὸ τὰ βιβλία της, ἀφοῦ τὰ τελείωνε ἡ ἴδια. Ἀμέσως ἐνοίωσα νὰ μὲ γοητεύει ὁ Βουδισμὸς Ζὲν καὶ ὁ Ἰνδουισμός, προπαντὸς ἡ Βεντάντα. Αὐτὸ ποὺ μὲ «τραβοῦσε» στὸ Ζὲν ἦταν ἡ ἐμπειρία «Σατόρι» ὅπου – ἀστραπιαία μέν, ἀλλὰ κατόπιν πολλῆς πνευματικῆς προεργασίας – κατορθώνει κανεὶς νὰ «βλέπει», νὰ «φωτίζεται», νὰ «γνωρίζει τὴν βαθύτερη οὐσία τῶν πραγμάτων». Ὅμως τελικὰ ἑλκύστηκα ἀπὸ τὸν Ἰνδουισμό, ἐπειδή, ἐνῶ προσέφερε παρόμοια ἐμπειρία «φωτισμοῦ» (“Σαμαντι”), προσέφερε ἐπίσης καὶ μία προσωπικὴ «θεότητα» (ἤ, γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, πολλὲς θεότητες).  Ὁ Βουδισμὸς Ζὲν ἦταν ἕνα πνευματικὸ μονοπάτι ποὺ θύμιζε κάτι σὰν νὰ ἐργαζόμαστε πάνω στὸν ἑαυτὸ μᾶς μέσα σὲ ἕνα εὔρυθμο, καθαρὸ ἐργαστήριο κλινικῆς.  Ὁ Ἰνδουισμὸς ἦταν πιὸ χαοτικὸς μέν, ἀλλὰ διέθετε ζεστασιὰ καὶ χρῶμα καὶ – κάτι πολὺ πιὸ σημαντικὸ γιὰ μένα – ἕνα προσωπικὸ θεὸ ποὺ μποροῦσε κανεὶς νὰ λατρέψει. Δὲν ἤμουν σίγουρος γιὰ ποιὸ λόγο αὐτὸ εἶχε κάποια σημασία, πάντως εἶχε.  Ἤθελα νὰ «φωτιστῶ», ἀλλὰ εἶχα καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ γνωρίζω καὶ νὰ λατρεύω ἕνα Θεῖο Πρόσωπο, καὶ ὁ Ἰνδουισμός μου προσέφερε καὶ τὰ δύο.  Τελικά, κατάλαβα πὼς φτιαχτήκαμε νὰ λατρεύουμε τὸν Προσωπικὸ Θεὸ – τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ – καὶ πὼς ἡ καρδιά μας δὲν θὰ ἀναπαυθεῖ ποτέ, ἂν δὲν τὸ κάνουμε!

Βρῆκα τὸ «σπίτι» μου, στὸ Κέντρο Ramakrishna-Vivekananda τῆς Νέας Ὑόρκης. Ἡ ζωή μου ἄλλαξε ριζικά. Ἡ ἀνακάλυψη πὼς ὁ «Θεὸς» ὑπάρχει, καὶ πὼς ἐπίσης ὑπάρχει κάποια «πνευματικὴ πραγματικότητα» πέρα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν δυστυχία τῆς ζωῆς (πράγματα τόσο γνώριμα σ’ ἐμένα), ἦταν μία ἀνακάλυψη ἐντελῶς λυτρωτικὴ γιὰ μένα.  Ἄφησα πίσω μου ὅλα ὅσα ἤξερα παλιότερα, καὶ ἔτρεξα μὲ φόρα πρὸς τὴν καινούργια μου ζωή.  Ὁ γκουροὺ (ὁ πνευματικός μου δάσκαλος) – ἕνας Ἰνδουιστὴς μοναχός, καὶ ἡ κεφαλὴ καὶ ἱδρυτὴς τοῦ Κέντρου Swami Nikhilananda - ἦταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἐβδομηντάχρονος καὶ μὲ πολὺ εὔθραυστη ὑγεία. Εἶχε συγγράψει πολλὰ καθοριστικὰ βιβλία περὶ Vedanta, περὶ Ἰνδουισμοῦ and περὶ τοῦ Sri Ramakrishna – τὸν μυστικιστὴ τοῦ 19ου αἰώνα ἀπὸ τὴν Βεγγάλη (Ἰνδία), ὁ ὁποῖος ἦταν πνευματικὸς «ἡγέτης» τοῦ κινήματος αὐτοῦ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἰνδία. Τὸ κίνημα Vedanta ἦταν τὸ πρεσβύτερο πνευματικὸ ἀδέρφι ὅλων ἐκείνων τῶν κινημάτων τῆς δεκαετίας τοῦ ἑξήντα, τῶν ὁποίων τὶς πιὸ «δραματικὲς» καὶ «ἐπιδεικτικὲς» ὁμάδες ἐμεῖς τὶς βλέπαμε περιφρονητικά.  Θεωρούσαμε τοὺς ἑαυτοὺς μᾶς «ὀρθόδοξους» Ἰνδουιστές!

Ὁ γκουρού μου ἦταν ἕνας σοφὸς καὶ εὐγενικὸς σὰν παπποὺς ἀνθρωπάκος. Ἀμέσως μὲ εἰσήγαγε στὸν ἐσωτερικό του κύκλο (ἔνδειξη προνομίου, καθ’ ὅσον κρατοῦσε τὸν περισσότερο κόσμο σὲ κάποια ἀπόσταση), καὶ ἔγινα ὁ προσωπικός του συνοδός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψιστο προνόμιο γιὰ μαθητή, στὶς Ἰνδουιστικὲς σχέσεις μεταξὺ γκουροὺ καὶ μαθητή.  Δὲν γνωρίζω καμμία παρόμοια σχέση, σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη πνευματικὴ παράδοση (πλὴν τῆς σχέσεως πνευματικοῦ πατρὸς – πνευματικοῦ τέκνου στὸν Ἄθωνα).  Ὁ μαθητὴς ὀφείλει νὰ βλέπει τὸν Θεὸ στὸ πρόσωπο τοῦ γκουρού του, καὶ νὰ τὸν ὑπηρετεῖ ὑπάκουα, σὰν νὰ εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος.  Μέσω μίας τέτοιας ὑπηρεσίας καὶ ὑπακοῆς –ὅπως μᾶς διδάσκουν- μαθαίνει κανεὶς πῶς νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεό, διότι, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν πνευματικό μας πατέρα (ποὺ εἶναι σάρκα καὶ αἷμα), δὲν θὰ μποροῦμε νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν Θεό, ποὺ εἶναι πνεῦμα.

Τὰ καλοκαίρια, στὸ «ἀσρὰμ» (μοναστήρι) τοῦ Κέντρου στὸ Πάρκο Thousand Island τῆς Νέας Ὑόρκης, πάλι ἤμουν ὁ προσωπικὸς συνοδὸς τοῦ Swami. Κοιμόμουν πάνω σὲ ἕνα καναπὲ στὸ διπλανὸ δωμάτιο ἀπὸ τὸ δικό του γιὰ νὰ τοῦ παρέχω τὴν βοήθειά μου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, μὲ καλοῦσε δέ, μὲ μία κουδούνα ἀγελάδας ποὺ εἶχε ὁ Swami, στὸ τραπεζάκι δίπλα στὸ κρεβάτι του!  Ἦταν βέβαια ὑπέργηρος καὶ πολὺ εὔθραυστος, καὶ συχνὰ ἔπεφτε καθὼς πήγαινε στὸ μπάνιο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν βοηθοῦσα νὰ σηκώνεται καὶ νὰ ξαναξαπλώνει στὸ κρεβάτι τοῦ κάμποσες φορὲς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, ἢ τοῦ κρατοῦσα συντροφιὰ –συνήθως ἀμίλητα- ὅταν τὸν ἐπίαναν οἱ τακτικές του κρίσεις ἀϋπνίας.

Οἱ μέρες τῶν καλοκαιριῶν μᾶς γέμιζαν μὲ ἀναγνώσματα, ἀτομικὴ προσευχὴ καὶ διαλογισμό, μὲ μακρινοὺς περίπατους καὶ μὲ puja (ἄσματα καὶ προσευχὲς καὶ λατρεία) τὰ ἀπογεύματα, σὲ μία «αἴθουσα puja».  Μυήθηκα ἀπὸ τὸν Swami, τὸ πρῶτο κιόλας καλοκαίρι, στὸ ἀσρὰμ αὐτό, στὴν πνευματικὴ «γενεαλογία» τοῦ Sri Ramakrishna καὶ τῆς Sri Sarada Devi (τῆς «συζύγου» του). Ο Swami εἶχε «μυηθεῖ» ἀπὸ τὴν Sri Sarada Devi ὅταν ἦταν ἔφηβος, ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε προβλέψει (πολὺ πρὶν ἐκεῖνος νὰ πάρει τὴν ἀπόφαση) πὼς θὰ γινόταν μοναχὸς στὸ «Τάγμα» τοῦ Ramakrishna.  Ἡ διαδικασία τῆς «μύησης» εἶναι μία προσωπικὴ τελετή, ἀνάμεσα στὸν γκουροὺ καὶ τὸν μαθητή του, ὅπου ἀφιερώνεται κανεὶς στὸν γκουρού του, καὶ στὸν γκουροὺ τοῦ γκουρού, καὶ στὸν γκουροὺ τοῦ γκουροὺ τοῦ γκουρού του… ἒπ΄ ἄπειρον!!  Στὴν οὐσία, «μυεῖται» κανεὶς στὸ πνευματικὸ γενεαλογικὸ δέντρο τοῦ γκουροὺ καὶ τῶν πνευματικῶν του προγόνων.  Γίνονται προσφορές, ψάλλονται ἄσματα (στὰ Σανσκριτικά), καὶ διδάσκεται ὁ μυούμενος πῶς νὰ κάνει διαλογισμὸ μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς mantra (μία Σανσκριτικὴ λέξη, ἢ τὸ ὄνομα τῆς προσωπικῆς μας θεότητας, συνήθως ἀκολουθούμενη ἀπὸ τὴν λέξη «ΟΜ»).  Ὁ Ἰνδουιστικὸς διαλογισμὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ διαλογισμὸ καὶ ἐπανάληψη ἑνὸς mantra. Στὴν γιόγκα τύπου bhakti (λατρεία μίας προσωπικῆς θεότητας), ἑστιάζει κανεὶς σὲ μία εἰκόνα τῆς θεότητάς του, στὴν συνέχεια τὴν φαντάζεται αὐτὴ τὴν εἰκόνα μέσα στὸν «λωτὸ» τῆς καρδιᾶς του, καί, μὲ μάτια κλεισμένα, καθισμένος σὲ στάση «λωτοῦ» ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς τὸ mantra του.  Διδασκόμαστε πὼς μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο διαλογισμό, μέσω κάθαρσης, κατορθώνει κανεὶς νὰ διαπεράσει τὶς στρώσεις τῶν «Maya» ἢ τῆς ὀντολογικῆς πλάνης, καὶ ἀνακαλύπτει τὸν «ἀληθινὸ ἑαυτό» του. Αὐτὸς ὁ «ἐαυτὸς» ταυτίζεται μὲ τὴν προσωπική μας θεότητα, μὲ τὴν ὁποία εἶναι κανεὶς σὲ πνευματικὴ καὶ ὀντολογικὴ ἑνότητα («τὰ πάντα εἶναι ἕνα).

Ὁ Ἰνδουισμὸς Vedanta διδάσκει πὼς ὅλες οἱ θρησκευτικὲς παραδόσεις, ἀπὸ τὴν πιὸ ἁπλοϊκὴ μέχρι καὶ τὴν ὑψηλότερη μορφή τους, δείχνουν πρὸς τὸν ἕνα Θεὸ – τὸν «Βράχμα» - ὁ ὁποῖος εἶναι πέρα ἀπὸ ὀνόματα, μορφές, περιγραφὲς καὶ γνώσεις.  Οἱ «θεότητες» εἶναι ἁπλῶς οἱ «μορφὲς» ποὺ προσλαμβάνει αὐτὸς ὁ «Βράχμα» χάριν τοῦ ἐλέους του πρὸς τὸν πιστό, ὁ ὁποῖος χρειάζεται μία τέτοια «μορφὴ» γιὰ προσκύνηση, λόγω τῆς περιορισμένης τοῦ δυνατότητας διάκρισης !!  Ἔτσι, καμμία «θεότητα» - ἢ «ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ» ὅπως τὶς ἀποκαλοῦν! – δὲν εἶναι ὀντολογικὰ ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὁ Βράχμα-Θεὸς παίρνει τὸ σχῆμα καὶ τὴν μορφὴ ποὺ χρειάζεται κανείς, ἀνάλογα μὲ τὸ στάδιο τῆς πνευματικῆς του προόδου, τῆς κουλτούρας, κλπ.  Ὑποτίθεται πὼς ὁ Sri Ramakrishna τὸ εἶχε βιώσει ὁ ἴδιος αὐτό, ἔχοντας δεῖ τὴν «ἑνότητα» ὅλων τῶν θεοτήτων μέσα στὸν Βράχμα, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐμπειριῶν «Samadhi».  Διδασκόταν πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν «μία» ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἦταν καὶ ὁ Βούδας, ὁ Κρίσνα, ὁ Ραμακρίσνα, ὁ Μωάμεθ, κλπ.  Φυσικά, ἐμεῖς πιστεύαμε πὼς ἡ «δική μας» θεότητα καὶ μονοπάτι (ὁ Sri Ramakrishna) ἦταν ἡ πιὸ φωτισμένη θεότητα καὶ ὁ πιὸ εὐθὺς δρόμος γιὰ τὴν ἀπόκτηση φωτισμοῦ.  Στὴν οὐσία ὅμως, ὁ Ἰνδουισμὸς εἶναι «οἰκουμενικὸς» - κάτι ποὺ δυσκολεύει τὰ πράγματα, σὲ σχέση μὲ τὸν Χριστιανικὸ εὐαγγελισμὸ («Ναί, φυσικά, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας θεός, ἀλλὰ ἐξ ἴσου θεὸς εἶναι καὶ ὁ Κρίσνα μου»).

Στὴν «αἴθουσα puja» τοῦ δικοῦ μας ἀσρὰμ – καὶ προκειμένου νὰ μένουμε πιστοὶ στὴν «οἰκουμενικὴ» αὐτὴ προσέγγιση – ὑπῆρχαν εἰκόνες ποικίλων θεοτήτων στοὺς τοίχους της.  Θυμᾶμαι τὸν Βούδα νὰ κάθεται σὲ στάση λωτοῦ, τοὺς Krishna and Arjuna (Bhagavad-Gita) ἐπάνω στὰ ἱππήλατα ἅρματά τους στὸ πεδίο τῆς μάχης, καὶ τὸν Χριστὸ ἐπάνω στὸν Σταυρό. Ὑπῆρχαν διάφορες εἰκόνες τοῦ Sri Ramakrishna, τῆς Sri Sarada Devi καὶ τοῦ Swami Vivekananda ἐπάνω στὸν βωμό, καὶ ἡ δική μας τελετὴ puja ἀπευθυνόταν σ’ αὐτούς.  Ἡ τελετὴ Puja εἶναι μία πολὺ ζωηρὴ ἐμπειρία, μὲ κεριά, μὲ κουδούνια, μὲ θυμίαμα, μὲ καύση ghee (φυτικὸ βούτυρο), ἄσματα καὶ μετάνοιες. Οἱ μοναχοὶ φοροῦν χιτῶνες στὸ χρῶμα τῆς ὤχρας.  Κάθε μαθητὴς λαμβάνει ἕνα «κομποσκοίνι» ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ ὅταν τελεῖ τὸ mantra του, καὶ ὁ γκουροὺ δίνει στὸν μαθητὴ τοῦ ἕνα προκαθορισμένο ἀριθμὸ ἐπαναλήψεων τοῦ mantra. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἡ διαδικασία διαλογισμοῦ, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ διαρκέσει καὶ ὧρες γιὰ τοὺς ἔμπειρους.

Ἡ τελετὴ puja συνήθως διαρκεῖ μία ὥρα, καὶ οἱ μοναχοὶ παραμένουν σὲ κατάσταση διαλογισμοῦ γιὰ περισσότερη ὥρα.  Διαλογίζονται μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀρκετὲς φορὲς τὴν ἡμέρα, μὲ διακοπῆ γιὰ γεύματα χορτοφάγων, γιὰ μελέτη ἢ/καὶ γιὰ ἐργασία.

Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ὁ Ἰνδουισμὸς ἦταν ἡ μόνη θρησκεία ποὺ εἶχα γνωρίσει. Δὲν γνώριζα τίποτα γιὰ τὸν Χριστιανισμό, παρὰ μόνο ὅσα εἶχα διαβάσει γιὰ αὐτόν, μέσα στὰ Ἰνδουιστικὰ βιβλία. Τὰ βιβλία αὐτὰ δίδασκαν μία «Ἰνδουιστικοποιημένη» ἐκδοχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζοντας Τὸν ὡς μία ἀπὸ τὶς πολλὲς «ἐνσαρκώσεις» τοῦ Θεοῦ, καὶ ὡς «ἕνα ἐντελῶς ὁλοκληρωμένο Ὄν».

Ἤμουν ὁλότελα δοσμένος στὴν Ἰνδουιστικὴ πίστη. Ἐπιθυμοῦσα νὰ γίνω μοναχὸς σὰν τὸν γκουρού μου, καὶ νὰ γίνω ἕνας Ἀμερικανὸς μοναχός του Τάγματος Ramakrishna. Ἔτσι, αὐτὸ πού μου συνέβη δὲν ἦταν διόλου κάτι ποὺ προξένησα ἐγώ, ἢ ποὺ ἤθελα νὰ συμβεῖ. Ἀλλὰ συνέβη, καὶ ἦταν ὡς ἑξῆς:

Ξεκινώντας τὸν διαλογισμό, ἄρχισα νὰ φαντάζομαι τὴν «θεότητά» μου μέσα στὴν καρδιά μου. Ὧρες-ὧρες ἡ καρδιά μου ἦταν ὁλοθερμὴ ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση στὴν θεότητά μου, ἀλλὰ τὶς περισσότερες στιγμὲς ἦταν ψυχρή, ἢ ἐγὼ ἤμουν ἀφηρημένος. Τελικά, ὁ νοῦς μου ταξίδευε ἀλλοῦ καὶ ἀναγκαζόμουν νὰ ἀνοίξω τὰ μάτια μου καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ξανασυγκεντρωθῶ, ἑστιάζοντας τὸ βλέμμα μου ἐπάνω στὸν βωμὸ καὶ τὶς φωτογραφίες τοῦ Sri Ramakrishna. Περιέργως ὅμως, τὸ βλέμμα μου «ταξίδευε» πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ ποὺ ἦταν κρεμασμένη στὸν τοῖχο. Κάτι ὑπῆρχε στὴν εἰκόνα ἐκείνη ποὺ καθήλωνε τὸ βλέμμα μου… Ἐνοίωθα σὰν νὰ μὲ τραβοῦσε κάποιος πνευματικὸς μαγνήτης, καὶ πὼς μὲ πήγαινε στὸ τοπίο ποὺ ἀπεικονιζόταν ἡ Σταύρωση…. Ἐνοίωθα πὼς στεκόμουν δίπλα στὴν Ἁγία Παρθένο καὶ τοὺς Ἀποστόλους, κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό….. Βούρκωσαν τὰ μάτια μου (δὲν εἶχα ἰδέα γιατί).  Μὲ κατέκλυσε μία ἀπίστευτη αἴσθηση θλίψης καὶ ἀπώλειας, ποὺ δὲν εἶχα νοιώσει ποτὲ στὴ ζωή μου…. Ἐνοίωθα περίεργα συνδεδεμένος μὲ αὐτὸν τὸν σταυρωμένο ἄνθρωπο, κατὰ τρόπο ἐντελῶς ἀνεξήγητο γιὰ μένα…. Ἄλλαξα θέση, γιὰ νὰ μὴν μπορῶ νὰ βλέπω τὴν εἰκόνα. Ἀρνήθηκα νὰ ἐπιτρέψω στὸν νοῦ μου νὰ ξαναγυρίσει σὲ ἐκείνη τὴν εἰκόνα ποὺ εἶδα μέσα στὸ μυαλό μου. Ὅμως ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἐπέστρεψε, καὶ ἐγὼ ἐνοίωσα μία «ζεστασιὰ» μέσα στὴν καρδιά μου, καὶ μία «γαλήνη» καὶ «χαρμολύπη» μὲ τὴν σκέψη καὶ μόνο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δὲν εἶχα γνωρίσει ποτὲ ἄλλοτε.  Ἐπιζητοῦσα νὰ ἔχω τὸν Χριστὸ στὸν διαλογισμό μου, καὶ ὄχι τὸν Ramakrishna!

Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ δὲν συνέβη μία ἢ δύο φορές, ἀλλὰ πάρα πολλὲς φορές. Μάλιστα ἔφτασε σὲ τέτοιο σημεῖο τὸ φαινόμενο, ποὺ μίλησα γιὰ αὐτὸ στὸν Swami. Τὸν ρώτησα:  «Ἀφοῦ ὁ Βράχμα παίρνει πολλὲς μορφὲς καὶ σχήματα, ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ μὴν ἐπιλέγει κανεὶς τὸν Χριστὸ ὡς τὴν προτιμώμενή του θεότητα;»  Ξαφνιάστηκε ἀπὸ τὴν ἐρώτησή μου.  Μετὰ ἀπὸ μία παρατεταμένη σιωπή, μοῦ ἀπάντησε:  «Ἡ θεότητά σου εἶναι ὁ Ramakrishna. Δὲν προοδεύει κανεὶς πνευματικά, μεταπηδώντας ἀπὸ τὴν μία θεότητα στὴν ἄλλη.»  Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ δὲν μὲ ἱκανοποίησε καὶ πολύ, ἐπειδὴ δὲν εἶπε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ θεότητα κάποιου, ἀλλὰ πὼς δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ δική μου θεότητα!

Πέρασα ἐκεῖνο τὸ καλοκαίρι σὲ κατάσταση σύγχυσης, καθὼς οἱ δύο ἐκεῖνες εἰκόνες μάχονταν μέσα μου γιὰ τὴν ὑπεροχή. Ἤμουν ἕνας Ἰνδουιστής, εἶχα μυηθεῖ ἀπὸ τὸν Swami Nikhilananda, ὅμως ἐνοίωθα νὰ μὲ τραβάει περισσότερο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καὶ ἂς μὴν εἶχα διαβάσει τὶς Γραφές, ἂς μὴν εἶχα πατήσει ποτὲ μέσα σὲ ἐκκλησία, ἂς μὴν εἶχα τὴν παραμικρὴ γνώση περὶ δόγματος ἢ θεολογίας.  Ἁπλῶς Τὸν ἀγαποῦσα, καὶ ἤμουν σίγουρος πὼς Ἐκεῖνος μὲ καλοῦσε νὰ Τὸν ἀκολουθήσω.  Σκέφτηκα (σκανδαλωδῶς!) πώς, ἐνῶ ὁ Ramakrishna ἦταν ἕνα ὑπερβολικὰ ἐξελιγμένο ὄν, δὲν ἦταν στὴν πραγματικότητα Θεός.  Κατὰ κάποιον τρόπο, πίστεψα (μὴ μὲ ρωτᾶτε πῶς ἔγινε: ἦταν μᾶλλον τὸ Ἔλεος καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅμως εἶχα διαμορφωθεῖ ὡς Ἰνδουιστής, καὶ χρειάστηκαν πολλὰ χρόνια μέχρι νὰ καταλάβω καὶ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν Βιβλικὴ ἐξήγηση περὶ Χριστοῦ.  Ἔπρεπε νὰ ξὲ-μάθω ὅσα εἶχα μάθει.  Αὐτὸ τὸ «ξὲ-μάθημα» καὶ τὸ «ξανὰ-μάθημα» ἦταν μία διαδικασία πολλῶν ἐτῶν….

II. Ὁ μακρὺς καὶ στριφογυριστὸς δρόμος

Τὸ «ταξίδι» μου ἄρχισε μὲ τὴν «προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ».  Νὰ πῶς ἔγιναν τὰ πράγματα. Ὅταν ἀποφοίτησα ἀπὸ τὸ κολλέγιο – καὶ στὴν συνέχεια ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ πίστη καὶ πειραματίστηκα ξανὰ μὲ ὁλόκληρη σειρὰ ἀπὸ ἁμαρτωλὰ πράγματα – ἐπέστρεψα στὴν πόλη τῆς Νέας Ὑόρκης γιὰ νὰ παρακολουθήσω μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν δημοσιογραφία. Ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχή μου ἤσαν ἀνήσυχες καὶ ταραγμένες μέχρι τὰ τρίσβαθά τους. Πάθαινα κρίσεις πανικοῦ τόσο σοβαρές, ποὺ συχνὰ κατέληγα στὰ ἐπείγοντα περιστατικὰ τοῦ νοσοκομείου. Στὴν συνοικία Greenwich Village ἦταν ἕνα πολὺ γνωστὸ βιβλιοπωλεῖο γιὰ θέματα μεταφυσικῆς τὸ ὁποῖο ἐπισκεπτόμουν πάρα πολὺ συχνὰ (καὶ στὸ ὁποῖο ἐργάστηκα γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα). Διέθεταν μία ἀπέραντη ἐπιλογὴ βιβλίων μεταφυσικῆς, μυστικισμοῦ, ἀποκρυφισμοῦ, ἀστρολογίας, μαύρης μαγείας καὶ σατανικῶν τελετῶν, Ἰνδουισμοῦ, Βουδισμοῦ, Ἰσλάμ, Σουφισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ (ὅλων τῶν ἀποχρώσεων). Ἐγὼ ἀναζητοῦσα βιβλία μὲ θέμα τὸν «μυστικιστικὸ» Χριστιανισμό, καὶ (Θεοῦ θέλημα ἦταν, σίγουρα) ἐντόπισα τὴν Φιλοκαλία – Λόγοι τῶν πρώιμων Πατέρων περὶ τῆς Νοερᾶς Προσευχῆς». Ποτὲ μέχρι τότε δὲν εἶχα γνωριστεῖ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ τῆς Ἀνατολῆς, οὔτε μὲ τὴν «καρδιακὴ προσευχή». Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς γλώσσας καὶ τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας μου ἤσαν ἐντελῶς ξένα, ἀλλά, παρὰ ταῦτα, ταυτίστηκα μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν βασικὴ προϋπόθεση νὰ τηρεῖ κανεὶς τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου νὰ «προσεύχεσθε ἀδιαλείπτως» (Θεσσαλονικεῖς Ἅ, 5:17). Ἄρχισα νὰ λέω τὴν Προσευχὴ μόλις τελείωσα τὴν ἀνάγνωση τοῦ πρώτου κεφαλαίου, καὶ συνέχισα νὰ λέω τὴν Προσευχὴ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ μετά. Εἶμαι πλέον πεπεισμένος πὼς ὁ Χριστὸς – μέσω τῆς ἰδιαίτερα καθαγιασμένης αὐτῆς Προσευχῆς – μὲ ὁδήγησε τελικὰ νὰ Τὸν βρῶ στὴν πληρότητά Του, μέσα στὴν Ἁγία Του Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.  Τὸ «ταξίδι» μου πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπαρτίστηκε ἀπὸ δύο διακριτὲς φάσεις, μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστὸ νὰ μὲ ἑλκύει ὅλο καὶ πιὸ κοντά Του.

Ἡ πρώτη φάση ἦταν ἡ κατηχητικὴ μελέτη τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ. Μὲ ἐνέπνευσε πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση ὁ  Dom Thomas Merton (τοῦ “Seven Story Mountain”), ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπίσης σπουδάσει στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Columbia, ὅπου ἐγὼ παρακολουθοῦσα τὰ μεταπτυχιακά μου (ἐκεῖνος εἶχε ἤδη πεθάνει τότε).  Εἶχε καὶ ἐκεῖνος ζήσει μία «ἀπειθάρχητη» ζωὴ πρὶν γίνει Ρωμαιοκαθολικός, καὶ ἐν καιρῶ ἔγινε ἱερομόναχος τοῦ Τάγματος τῶν Τραππιστῶν (εἶχα ἀναρωτηθεῖ, μήπως αὐτὸ ἦταν καὶ ὁ δικός μου προορισμός).  Ὁ Καθολικισμὸς τοῦ ἦταν ἐμποτισμένος ἀπὸ ἀνατολικὴ πνευματικότητα (Βουδισμὸ καὶ Ἰνδουισμό).  Μοῦ φάνηκε σὰν κάτι ποὺ θὰ μοῦ ταιρίαζε, μίας καὶ ὁ δικός μου προσανατολισμὸς ἦταν ὁ ἴδιος.  Ξεκίνησα ἐπίσημη κατήχηση στὴν ἴδια ἐνορία ποὺ ἔλαβε τὴν δική του ὁ Merton, χρόνια πρὶν (στὴν ἐκκλησία Christi Church). Ὅμως, ἀντὶ νὰ μεγαλώνει ἡ ἕλξη πρὸς τὸν Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἡ κατήχησή μου φάνηκε μᾶλλον βαρετή, καὶ γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, καταθλιπτική.  Ἐμοίαζε νὰ ἑστιάζει περισσότερο στὴν ἁμαρτία (μέχρι ποὺ ἔχουν «κατηγορίες» ἁμαρτιῶν – τὶς συγχωρητέες καὶ τὶς θανάσιμες) καὶ στὸν ἐξευμενισμὸ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν μεσολάβηση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ρωμαιοκαθολικισμὸς (καὶ γενικότερα ἡ Δύση, ὅπως ἀργότερα διαπίστωσα) εἶναι βαθύτατα ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὸν Αὐγουστίνο (εἰδικὰ οἱ «Ἐξομολογήσεις»), καί, ἐνῶ μετὰ βεβαιότητας ταυτιζόμουν μὲ τὴν δική του συναίσθηση συντριπτικῆς ντροπῆς καὶ προσωπικῆς ἁμαρτωλότητας, δὲν βίωνα τὴν ἀντισταθμιστικὴ «χαρὰ» μέσα στὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Μοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ «χωνέψω» τὴν εἰκόνα ἑνὸς Θεοῦ-Πατέρα ποὺ ἐμοίαζε μὲ θυμωμένο Κριτὴ (ὅπως Τὸν σκιαγραφεῖ ὁ Αὐγουστίνος), ἕνας πνευματικὸς χαρακτηρισμὸς ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν Ἰνδουισμό.  Ὁ Καθολικισμὸς φάνταζε «μεσαιωνικός», «σκοτεινός», καὶ «νομικίστικος». Οἱ «στρώσεις» ποὺ βίωσα ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν «ἄμεση» σύνδεση μὲ τὸν Χριστὸ ἐμοίαζαν ἀνυπέρβλητες.  Ἡ «καρδιά» μου καὶ ὁ «νοῦς» μου βρίσκονταν σὲ δύο διαφορετικὰ στρατόπεδα.  Σταμάτησα τὴν κατήχηση, μία ἑβδομάδα πρὶν βαπτιστῶ ὡς Ρωμαιοκαθολικός.

Ἡ εἰρωνεία τῆς ὑπόθεσης εἶναι πώς, ἐνῶ συνέχιζα νὰ λέω τὴν «καρδιακὴ προσευχὴ» (ἡ πεμπτουσία τῆς Ἀνατολικῆς Χριστιανικῆς προσευχῆς) καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς κατηχητικῆς διαδικασίας, ποτὲ δὲν ταυτίστηκα μὲ καμία ἀπὸ τὶς δύο Ὀρθόδοξες ἐνορίες (Ἑλληνικὴ καὶ Ρωσικὴ) ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὴν πόλη. Πιθανὸν νὰ μὴν ἤμουν ἕτοιμος.  Μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὸ γιατί.

Ἡ δεύτερη φάση τοῦ «ταξιδιοῦ» μου ἦταν ἕνας χαρισματικὸς Εὐαγγελικὸς Προτεστάντης. Ἡ φάση αὐτὴ ξεκίνησε ἀπὸ ἕνα Σαββατοκύριακο, ὅταν εἶχα κλειδωθεῖ μέσα στὸ διαμέρισμά μου γιὰ νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ νηστέψω. Εἶχα ἀποφασίσει πὼς χρειαζόμουν νὰ ἔχω μία «ἄμεση ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ», καὶ νὰ ρωτήσω τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν πράγματι ὁ «Μονογενὴς Υἱός Του», καὶ ὄχι ἁπλῶς «ἕνας τῶν πολλῶν θεῶν». Ἀκόμα πάλευα μὲ αὐτὴ τὴν ἀπορία. Γιὰ νὰ δυσκολέψουν ἀκόμα περισσότερο τὰ πράγματα, διαγνώστηκα μὲ ὑπογλυκαιμία βαρειᾶς μορφῆς (πρὸ-διαβητικῆς μάλιστα), καὶ εἶχα τάση πρὸς ναυτία καὶ πονοκεφάλους, καὶ χειροτέρευα ἀκόμα περισσότερο ὅταν δὲν ἔτρωγα τακτικά.  Ὅμως λογαρίασα πὼς πιὸ σπουδαῖο ἀπὸ τὴν σωματική μου εὐρωστία ἦταν νὰ μάθω τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα (ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἕνας καὶ Μόνος Ἀληθινὸς Θεός).  Ἔτσι ἀπεῖχα ἀπὸ φαγητά, διάβαζα τὸ Κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο, προσευχόμουν καὶ ἱκέτευα μὲ ὅλη μου τὴν δύναμη τὸν ἀκόμη «ἄγνωστο Θεό», γιὰ διευκρινίσεις καὶ κατεύθυνση.  Σχεδὸν θαυματουργικὰ (γιὰ μένα) δὲν σημειώθηκε κανένα ἐπεισόδιο ὑπογλυκαιμίας.  Ἐνοίωθα μία ἀπέραντη γαλήνη. Πιὸ σημαντικὸ ὅμως, ἦταν ποὺ ἔλαβα μία ὁλοκάθαρη ἀπάντηση μέσα στὴν «καρδιά μου».  Ἐξῆλθα ἀπὸ τὸν ἐγκλεισμὸ τοῦ Σαββατοκύριακου «γνωρίζοντας» πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν τοῦ Θεοῦ ὁ «μονογενής», καὶ πὼς οἱ ἄλλοι «θεοὶ» ἤσαν προβολὲς τῆς ἀνθρώπινης ἀνάγκης γιὰ τὸν Θεό, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι πραγματικὰ ὁ Θεός.  Ἦταν μία τεράστια πνευματικὴ ἀποκάλυψη γιὰ μένα αὐτὸ τὸ συμβάν.  Τώρα ἔμενε τὸ ἐρώτημα:  «Τί κάνω μὲ τὴν πληροφορία αὐτή;»

Μέρος τοῦ «πακέτου» τῶν πληροφοριῶν ποὺ φάνηκε νὰ συνοδεύει αὐτὴν τὴν «προσωπικὴ ἀποκάλυψη» (δὲν ἤξερα πῶς ἀλλιῶς νὰ τὸ ὀνομάσω) ἦταν μία ἰδέα ποὺ ποτὲ πρὶν δὲν εἶχε περάσει ἀπὸ τὸ μυαλό μου. Ἦταν μία «ἥσυχη, μικρὴ φωνή», ποὺ μὲ παρότρυνα νὰ βρῶ μία Ἐκκλησία ποὺ εἶναι «πλήρης Πνεύματος».  Οὔτε καν γνώριζα τί σημαίνει τὸ «πλήρης Πνεύματος» (δὲν ἦταν «πλήρης πνεύματος» ὅλες οἱ Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες;).

Ρωτοῦσα καὶ ἀναζητοῦσα παντοῦ, καί, μίας καὶ ἦταν ἡ ἀνοδικὴ περίοδος τῆς «χαρισματικῆς ἀναβίωσης», ἡ ἔννοια τοῦ «πλήρης πνεύματος» συσχετίστηκε μὲ τὶς χαρισματικὲς Προτεσταντικὲς καὶ Καθολικὲς ἐκκλησίες. Μὲ κατεύθυναν πρὸς μία χαρισματικὴ Πρεσβυτεριανὴ Ἐκκλησία (ποὺ σύντομα ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴν ὀργάνωση). Ὁ πάστορας ἦταν ἕνας ὑπέροχος ἄνθρωπος, ὅπως ἦταν καὶ οἱ «πρεσβύτεροι» (ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας συνεχίζει νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς καλύτερούς μου φίλους). Μὲ καθοδήγησαν μέσα ἀπὸ τὴν «Προσευχὴ τοῦ Ἁμαρτωλοῦ», ὅπου ἀναγνώρισα τὶς πολλές μου ἁμαρτίες καὶ δήλωσα τὴν ἐπιθυμία μου νὰ γίνει ὁ Χριστὸς ὁ Σωτήρας καὶ Κύριος της ζωῆς μου, καὶ δέχθηκα «Ἰησοῦ Χριστὸ μέσα στὴν καρδιά μου».  Ἔγινε ἀποδεκτὸ πὼς εἶχα «σωθεῖ», ἐδῶ καὶ τώρα, καὶ πὼς θὰ τρύγιζα ὅλα τὰ βραβεῖα ποὺ ἀφηγεῖται ἡ Ἁγία Γραφή, τὰ ὁποία ὁ Θεὸς ἐπιφύλασσε εἰδικὰ γιὰ μένα. Μοῦ ἔλεγαν πὼς τὰ λόγια της Γραφῆς εἶχαν γραφτεῖ εἰδικὰ γιὰ μένα (χάρις στὴν προγνωστικότητα τοῦ Θεοῦ, ὑπέθεσα) καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ διαβάζω τὴν Γραφὴ μὲ αὐτὴ τὴν λογική. Ἦταν τὸ «ἐγχειρίδιο τοῦ ἰδιοκτήτη», γιὰ μένα, ἀπὸ τὸν Θεό!  Προσπάθησα σκληρὰ νὰ τὰ δεχθῶ ὅλα αὐτὰ – περισσότερο γιὰ νὰ μὴν «γρουσουζέψω» τὴν….συνταγὴ τῆς Σωτηρίας – ἀλλὰ διατηροῦσα τὶς ἀμφιβολίες μου: «Αὐτὸ ἦταν ὅλο;»….«Τί γίνεται μὲ ὅλους τους πονηροὺς λογισμοὺς καὶ τὶς κακὲς συμπεριφορὲς μὲ τὶς ὁποῖες παλεύω;»….. «Θὰ γίνω ἔτσι αὐτόματα ‘Χριστοειδής’, διὰ τῆς πνευματικῆς ‘ὄσμωσης’;»…. «Δὲν χρειάζεται ἐγὼ νὰ κάνω κάτι;»…. «Εἶναι δυνατόν, ἕνα τόσο σοβαρὸ ζήτημα νὰ εἶναι τόσο εὔκολο;»….

Καὶ ὅμως, μὲ διαβεβαίωναν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄριστοι ἄνθρωποι μὲ τὰ θεολογικά τους διπλώματα, πὼς οὐσιαστικά, αὐτὸ ἦταν ὅλο ποὺ χρειαζόταν γιὰ τὴν πλήρη, ὁλοκληρωτικὴ καὶ τελικὴ «σωτηρία»? πὼς ὅλα ἔγιναν γιὰ μένα, καὶ ἀποδόθηκαν σὲ μένα, ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ.  Τὸ μόνο ποὺ χρειαζόταν νὰ κάνω, ἦταν νὰ «παραμείνω μέσα στὸν Λόγο», ποὺ σημαίνει τὴν γραπτὴ Ἁγία Γραφή. Ἤμουν τόσο σίγουρα στὸν δρόμο γιὰ τὸν οὐρανό, ὅσο σίγουρα θὰ ἀνέτειλε ὁ Ἥλιος στὴν Ἀνατολὴ (τὸ ἐννοοῦσαν αὐτὸ εἰλικρινά, καὶ δὲν ὑπαινίσσομαι κάτι εἰρωνικά).

Ὅμως τὸ ἑπόμενο βῆμα ἦταν νὰ βιώσω «τὸ σημεῖο τῆς πληρότητος τοῦ Πνεύματος», τὸ ὁποῖο ἦταν ἡ «γλωσσολαλιά». Αὐτὸ συνέβη κατὰ τὴν διάρκεια μίας «λειτουργίας», ἀφοῦ εἶχα «σωθεῖ».  Κάποιοι ἄρχισαν νὰ προσεύχονται μὲ ἀκαταλαβίστικα λόγια καὶ τραυλίζοντας, καὶ μὲ ἐνθάρρυναν νὰ τοὺς συνοδεύσω καὶ ἐγώ. Τὸ ἔκανα. Ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, ποτὲ δὲν «μπῆκα στὸ νόημα» -στὰ 15 χρόνια ὡς χαρισματικός- του «γλωσσικοῦ πράγματος» (δηλαδή, γιατί εἶχε τόση σημασία, πῶς σὲ «διαμόρφωνε» ὡς Χριστιανό, ἢ ποιὸς ἦταν ὁ σκοπός του, ἀφοῦ κανεὶς ἄλλος δὲν καταλάβαινε τί ἔλεγαν). Ἁπλῶς μου ἔλεγαν νὰ «συμπλεύσω» μὲ αὐτό, διότι ἦταν θέλημα καὶ σκοπὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἦταν καὶ ἡ Πεντηκοστή, στὸ δεύτερο κεφάλαιο τῶν Πράξεων.  Μοῦ ἔλεγαν πὼς ἔτσι φανέρωνε τὸν Ἑαυτόν Του, μέσω ἠμῶν, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μόνο ποὺ αὐτὸ ὑπερέβαινε τὸν ὀρθολογισμὸ τῶν σκέψεών μου.  Ἀκουγόταν κάπως μυστηριῶδες, πράγμα ποὺ δὲν μὲ ἐνοχλοῦσε.

Ἡ σωματικὴ θεραπεία καὶ ἡ προσευχὴ γιὰ σωματικὴ θεραπεία ἦταν ἐπίσης μεγάλο πράγμα. Μᾶς μάθαιναν, ξανὰ καὶ ξανά, πὼς ἡ λύτρωση τοῦ Χριστοῦ – ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ – ποὺ ἦταν ἤδη ἐδῶ, καὶ χρειαζόταν μόνο νὰ «ἀπαιτηθεῖ», συμπεριελάμβανε τὴν θεραπεία τῆς ψυχῆς ΚΑΙ τοῦ σώματος.  Προσευχόμασταν γιὰ τὴν θεραπεία κάθε εἴδους, καὶ γιὰ τοὺς πάντες:  πονοκεφάλους, φαλακρότητα, κρυολογήματα, πονόλαιμους, ἰσχυαλγίες… Τελούσαμε «χειροθεσίες», προσευχόμασταν, μὲ γλωσσολαλιὰ καὶ μὲ δικά μας λόγια:  «Πατέρα Θεέ, θεράπευσε αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο,  Πατέρα, εὐλόγησε αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, Πατέρα, ἐλευθέρωσε τὸν ἀδελφό μας ἀπὸ αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο…»  Βρισκόμουν ἤδη μέσα (στὴν Βασιλεία) καὶ τώρα ἁπλῶς ἔπρεπε νὰ ἀντλῶ ἀπὸ τὰ ἄπειρα ὀφέλη καὶ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατὰ κάποιον τρόπο, φάνταζε πὼς ἡ ἔλλειψη θεραπείας ὀφειλόταν στὸ ὅτι δὲν ἦταν ἀρκετὰ δυνατὴ ἡ πίστη σου, ἂν δὲν θεραπευόσουν.

Ἐν τῷ μεταξύ, εἶχα νυμφευθεῖ τὴν ὄμορφη σύζυγό μου, τὴν Κολήν, καὶ μαζί της ἦταν καὶ ἡ κόρη τής (μου), ἡ Τζένιφερ. Μετακινούμασταν ἀρκετὰ λόγω τῆς δουλειᾶς μου, ἀλλὰ πάντοτε πηγαίναμε στὶς χαρισματικὲς Εὐαγγελικὲς ἐκκλησίες, ἡ ὁποῖες εἶχαν μὲν εὐαγγελικὴ θεολογία, ὅμως μὲ Πεντηκοστιανὴ ἐμπειρία. Καταλήξαμε στὴν νότιο Καλιφόρνια, ὅπου ριζώσαμε γιὰ τὰ καλά.  Παράλληλα ἀρχίσαμε νὰ πηγαίνουμε σὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ «καυτὲς» χαρισματικὲς Εὐαγγελικὲς ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς. Ἡ ἐκκλησία αὐτὴ γέννησε ἕνα ἐθνικὸ καὶ διεθνὲς κίνημα, καὶ ἐμεῖς «ἐκκλησιαζόμασταν» στὴν «ἐκκλησία-ἕδρα» (στὴν πραγματικότητα ἦταν ἡ αἴθουσα συνελεύσεων ἑνὸς γυμνασίου), στὴν περιοχὴ Anaheim Hills τῆς Καλιφόρνιας.  Ὁ ἀνώτατος Πάστορας φοροῦσε μία πολύχρωμη Χαβανέζικη φανέλλα, καὶ εἶχε ὑπάρξει κάποτε ἐπαγγελματίας μουσικός, ἔχοντας παίξει στὸ πιάνο γιὰ τὸ συγκρότημα “The Righteous Brothers” τῆς δεκαετίας τοῦ ἑξήντα.  Τῆς λατρείας τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς ἠγεῖτο μία «ὁμάδα λατρείας», ἀποτελούμενη ἀπὸ ἠλεκτρικὴ μπάντα καὶ τραγουδιστές.  Ἡ μουσικὴ τοὺς ἦταν σύγχρονη, καὶ κάποια κομμάτια ἦταν μάλιστα ἀρκετὰ «φορτισμένα» συναισθηματικά, καὶ συγκινητικά.  Ἡ τελετή, ἐντελῶς ἀλλιώτικη ἀπὸ αὐτὲς ποὺ εἴχαμε συνηθίσει, διαρκοῦσε πάρα πολὺ ὥρα, καὶ μετὰ ἀκολουθοῦσε τὸ μάθημα τῆς Γραφῆς. Κατόπιν, εἶχαν μία ἐπὶ πλέον ὥρα μετὰ-λειτουργικῆς καὶ ἐντελῶς χαοτικῆς «διακονίας», ὅπου ὁ κόσμος πήγαινε στὸν μπροστινὸ χῶρο καὶ ἔκανε ὅτι τοῦ ἐρχόταν, ἀπὸ τὸ νὰ «ξανὰ-ἀφιερώνεται» στὸν Χριστὸ (κάτι ποὺ καὶ ἐμεῖς κάναμε, ξανὰ καὶ ξανά…), νὰ προσεύχονται ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, νὰ προφέρουν «λόγια προφητείας»….  Οἱ ἄνθρωποι δάκρυζαν μὲ λυγμούς, ἔκλαιγαν, ἔτρεμαν, κατέρρεαν στὸ πάτωμα, μιλοῦσαν μὲ «γλῶσσες», καὶ αὐτὸ τὸ πράγμα συχνὰ διαρκοῦσε καὶ μία ὥρα μετὰ τὴν λήξη τῆς τυπικῆς λειτουργίας.  Μετὰ ὅλοι ἔφευγαν, καὶ πήγαιναν γιὰ τὸ μεσημβρινό τους γεῦμα.

Εἴχαμε φτάσει σὲ σημεῖο νὰ εἴμαστε συνηθισμένοι σὲ αὐτὸ τὸ εἶδος «ἐκκλησίας» καί, μίας καὶ δὲν εἶχα μελετήσει ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, δὲν εἶχα καὶ κανένα σημεῖο ἀναφορᾶς γιὰ νὰ ἀποφασίσω ἂν αὐτὸς ἦταν ὁ τρόπος ποὺ ἔπρεπε νὰ λειτουργεῖ μία ἐκκλησία. Ὅμως στὸ διάστημα αὐτό, ποὺ εἴχαμε γίνει οἰκοδεσπότες σὲ συνάξεις, δάσκαλοι κατηχητικῶν, καὶ μπλεγμένοι σὲ ἕνα σωρὸ ἄλλες «διακονίες», ἐνοίωθα πὼς ἡ «ἐσωτερικὴ ζωή» μου δὲν συμβάδιζε μὲ τὴν «ἐξωτερική».  Συνέχιζα νὰ παλεύω μὲ διάφορες σκέψεις, ὁρμές, καὶ συμπεριφορὲς ποὺ ἐπιζητοῦσα μὲν νὰ ξεπεράσω, ἀλλὰ δὲν φαινόταν νὰ μποροῦσα.  Σὲ ποιὸν νὰ μιλοῦσα; Πῶς ἔγιναν «ἅγια» ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερική μου ζωή; Κανεὶς δὲν φαινόταν νὰ γνωρίζει.  Ξέρω πὼς ὁ Χριστὸς εἶχε πεῖ «νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως ὁ Πατέρας σας στὸν οὐρανὸ εἶναι τέλειος», καὶ ἐπίσης ἤξερα πὼς αὐτὸ δὲν εἶχε συμβεῖ. Ἔκανα ὅλα «τὰ πράγματα» ποὺ μᾶς ἔλεγαν πὼς κάνουν οἱ «σωσμένοι», ὅμως ἡ ἐσωτερική μου ζωὴ παρέμεινε ἕνα χάος. Κάπου ὑπῆρχε μία ἀποσύνδεση….

Αὐτὸ ποὺ μὲ ἔκανε τελικὰ νὰ ἀρχίσω νὰ σκέφτομαι, ἦταν ἡ αὐξανόμενη «παλαβομάρα» σὲ ὁρισμένα πράγματα ποὺ συνέβαιναν στὸ κίνημα τῆς ἐκκλησίας μας. Ἡ φάση αὐτὴ ἀποκορυφώθηκε γιὰ μένα, κατόπιν μίας ἐπίσκεψης ἀπὸ δάσκαλο ποὺ εἶχε διακονία ποὺ ὀνομαζόταν «ἡ διακονία τοῦ γέλιου». Ἀνέβαινε στὸν ἄμβωνα, καὶ ἄρχιζε νὰ μιλάει σὰν κωμικὸς «stand up» (ὄρθιος, ἐν κινήσει) καὶ μάλιστα σὲ νυχτερινή, Κυριακάτικη λειτουργία!  Σὲ λίγο, γέμισε ὁ ναὸς μὲ δυνατὰ κραυγαλέα γέλια καὶ ὑστερικοὺς λαρυγγισμούς.  Ὅταν ἔδειχνε μὲ τὸ δάχτυλο πρὸς κάποιο σημεῖο, φωνάζοντας «Νὰ τό!!!» (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα!!) τὰ γέλια αὐτὰ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ εἶχε μόλις ὑποδείξει, καὶ προχωροῦσαν σὰν κύμα, ὁλόγυρα στὴν αἴθουσα τοῦ γυμνασίου. Αὐτὸ συνεχιζόταν ἐπὶ ὧρες, ὥσπου στὸ τέλος οἱ ἄνθρωποι ἔπεφταν στὸ πάτωμα καὶ στοὺς διαδρόμους, σὲ παροξυσμοὺς ὑστερίας. Μιλοῦσαν ἀκατάληπτα, μὲ σάλια ποὺ τοὺς ἔφευγαν ἀπὸ τὸ στόμα, οὐρλίαζαν καὶ κάγχαζαν. Μερικοὶ γρύλιζαν κιόλας. Οἱ ἄνθρωποι γύρω μου τὸ θεωροῦσαν «πνευματικὸ» αὐτὸ ποὺ συνέβαινε, ὅμως ὄχι ἐγώ.  Γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια, εἶχα ἀρχίσει νὰ ἀηδιάζω μὲ ὅλο τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖο δὲν πίστευα πὼς ἦταν ὁ «ἀληθινὸς Χριστιανισμὸς» ποὺ βιωνόταν στὴν «ἀρχαία Ἐκκλησία», καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ὡς μάρτυρες.  Ἤμουν σίγουρος πὼς δὲν πέθαναν γιὰ αὐτὴ τὴν τρέλα!  Ὅμως δὲν εἶχα ἰδέα ποῦ θὰ μποροῦσα νὰ βρῶ τὴν «ἀρχαία Ἐκκλησία».  Ὅλοι ἐμοίαζαν νὰ τὴν ἀναζητοῦσαν, καὶ «πλάθανε» ὅτι ἔκαναν βάσει τῆς δικῆς τους κατανόησης καὶ ἑρμηνείας του πῶς ἦταν ἡ «ἀρχαία ἐκκλησία», ὅμως ἂν αὐτὸ ὁδηγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους σὲ τέτοια ὑστερία, τότε σίγουρα (ἡ ἀρχαία ἐκκλησία) βρισκόταν ἀλλοῦ, ἢ πουθενά.

Ἡ ἀποκάλυψη ἦρθε, ὅταν ἡ ἐκκλησία πρόσφερε ἕνα σεμινάριο Σαββατοκύριακου, μὲ καλεσμένο ἕναν ἐπισκέπτη καθηγητὴ ἱερατικῆς σχολῆς Fuller Theological Seminary, μὲ θέμα «Ἱστορία τῆς Πρώιμης Ἐκκλησίας». Διαβάσαμε τὴν «Πρώιμη Ἐκκλησία» τοῦ Henry Chadwick, ποὺ ἄρχιζε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ τοῦ δεύτερου ναοῦ, καὶ ἔφτανε μέχρι τὸν 4ο αἰώνα τῆς Χριστιανικῆς περιόδου. Ἀνακάλυψα πὼς ἡ «ἀρχαία Ἐκκλησία» ἦταν λειτουργική, μὲ Μυστήρια (τρεφόταν μὲ τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ στὴν Εὐχαριστία), καὶ ἐπίσης εἶχε κλῆρο καὶ ἱεράρχες. Ὑφίστατο «μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία», τὰ πρῶτα χίλια χρόνια του Χριστιανισμοῦ, ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ ἕως τὸ 1054 μ.Χ. Ἔδωσε πολλοὺς ἁγίους ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά. Καὶ οὔτε ἦταν μοντέλο μίας μία ξανὰ-σχεδιασμένης «πρώιμης Ἐκκλησίας».  Ἐμοίαζε μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολική, μόνο μὲ διαφορετικὸ ἦθος, λιγότερο νομικίστικη, καὶ μὲ περισσότερο μυστήριο.  Νήστευαν. Ζητοῦσαν τὶς μεσιτεῖες τῶν κεκοιμημένων μαρτύρων καὶ ἐκείνων ποὺ ἀποκαλοῦσαν ἁγίους. Ἀγαποῦσαν τὴν Παρθένο Μαρία, καὶ φυσικὰ ἤσαν ἐντελῶς ἀφοσιωμένοι στὸν Χριστὸ καὶ Τὸν λάτρευαν ὡς Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τῶν Ἐπισκόπων, ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχαν ἀπ’ εὐθείας Ἀποστολικὴ διαδοχή. Ἤσαν «Βιβλικοὶ» (πρῶτα της Παλαιᾶς Διαθήκης, μετὰ συνέταξαν τὸν Κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς τὸν ὁποῖον ἔχουμε καὶ σήμερα), ἀλλὰ εἶχαν καὶ τὰ «συναφῆ» ἀπὸ τὰ ὁποία μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν ἀληθινὰ τὶς Γραφές, χωρὶς λάθη καὶ αἱρέσεις.  Δὲν ἔπαιζαν ρὸκ μουσική, οὔτε ὑπῆρχαν γέλωτες μέσα στὶς λειτουργίες τους.  Μᾶλλον οἱ λειτουργίες τοὺς εἶχαν κάτι κατανυκτικό, τὸ ὁποῖο ἔδινε τὴν ἐντύπωση  πὼς ἐτελοῦντο σὲ δύο «πνευματικὲς διαστάσεις» ταυτόχρονα: στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό, μαζὶ μὲ τὰ Χερουβείμ, τὰ Σεραφείμ, καὶ τοὺς Ἁγίους, ποὺ εἶναι τὸ «μέγα νέφος τῶν μαρτύρων».  Ὁμολογῶ πὼς τὰ ’χασα ἐντελῶς μὲ ὅλα αὐτά. Ἦταν μία ἐμπειρία ἐπιβεβαιωτική. Κατάλαβα πὼς αὐτὸ ἦταν τὸ «μοντέλο ἐκκλησίας» τοῦ ὁποίου ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δήλωνε πὼς εἶναι διάδοχος (ὅπως τὸ εἶχα διαβάσει!)  Ἔτρεξα πρὸς τὸν καλοσυνάτο καθηγητὴ καὶ τὸν ρώτησα: «Αὐτὴ ἡ ‘ἀρχαία Ἐκκλησία’ ποῦ περιγράψατε, εἶναι ἡ ἴδια Ἐκκλησία ποῦ οἱ Ἀνατολικοὶ Ὀρθόδοξοι διατείνονται πῶς εἶναι ἡ δική τους;» Τέθηκε σὰν ἐρώτημα τοῦ «Ναὶ» ἢ «Ὄχι». Δὲν ἤθελα μισόλογα, καὶ μὲ μεγάλη μου χαρά, δὲν μοῦ δόθηκαν. Μοῦ εἶπε «Ναὶ» στὸ ἐρώτημά μου, σχεδὸν ἀστραπιαία, καὶ πρόσθεσε, «ὅμως τὸ ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ θέσεις στὸν ἑαυτό σου εἶναι ἂν αὐτὸ ἔχει σημασία»  Ἐ, αὐτὸ δὲν ἦταν ἐρώτημα ποὺ χρειαζόταν νὰ παλέψω. Εἶχα περάσει ἀπὸ τὸν Ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο, τὸν χαρισματικὸ-Εὐαγγελικὸ λαβύρινθο, καὶ ἔψαχνα ἀπεγνωσμένα νὰ βρῶ ποιὰ ἦταν ἡ «ἀληθινὴ Ἐκκλησία» - ἐκείνη ποὺ συνέχιζε νὰ πιστεύει ὅπως πίστευε ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, καὶ ποὺ διαμορφώνει τοὺς πιστούς Της ὅπως τοὺς διαμόρφωνε ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία τοὺς δικούς Της. Γιὰ μένα λοιπόν, εἶχε τρομερὴ σημασία!

Ἔτσι, μὲ κάποιον τρόπο (Κύριος οἶδε), ἀνακάλυψα τὸ βιβλίο «Becoming Orthodox» (Γενόμενος Ὀρθόδοξος) ἀπὸ τὸν (τότε) π. Peter Gillquist – ἡ ἱστορία τοῦ ὁποίου χρονογράφησε τὸ «ταξίδι» περισσοτέρων τῶν 2000 Εὐαγγελικῶν πρὸς τὴν κανονικὴ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.  Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἄγγιξε καὶ τὸ τελευταῖο μόριο τῆς ὕπαρξής μου.  Βρῆκα τὸ ὄνομα μίας τοπικῆς ἐνορίας ποὺ ἦταν τῆς ἴδιας δικαιοδοσίας (Ἀντιοχείας) καὶ πῆγα στὸν Ὄρθρο καὶ τὴν Θεία Λειτουργία. Εἰλικρινά, ἔκλαιγα σὲ ὅλη τὴν διάρκειά τους.  Κρατώντας τὰ μάτια μου κλειστά, νόμιζα πὼς ἡ χορωδία ποὺ ἄκουγα ἦταν ἄγγελοι καὶ ὄχι ἄνδρες (ἢ γυναῖκες!).  Ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ ἱερότητα τῆς Λειτουργίας (τὴν ὁποία παρακολουθοῦσα καὶ σὲ γραπτὴ μορφή, γιὰ νὰ εἶμαι ἀπόλυτα σίγουρος πὼς δὲν λένε τίποτε «αἱρετικὸ» - γιὰ φαντάσου!) μὲ συγκλόνισαν. Ὅταν ξαναπῆγα γιὰ τὸν Μεγάλο Ἑσπερινὸ ἐκεῖνο τὸ Σαββατόβραδο γιὰ τὶς βραδινὲς προσευχές, προσευχήθηκαν ἀπὸ τὸ Βιβλίο τῶν Ψαλμῶν (τὰ περισσότερα λειτουργικὰ κείμενα ἄλλωστε εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή). Μετὰ τὸν Ἑσπερινό, ἀκολούθησαν «προσευχὲς θεραπείας» γιὰ τοὺς ἀρρώστους, μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς διακόνους νὰ χρίουν μὲ Εὐχέλαιο τοὺς ἀσθενεῖς, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ Γραφὴ καὶ ἡ λοιπὴ Παράδοση. Μπορῶ νὰ πῶ μὲ κάθε εἰλικρίνεια, πὼς γιὰ πρώτη ἴσως φορᾶ, ἐνοίωσα τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος..  Ὁ Χριστός, οἱ ἄγγελοί Του, οἱ ἅγιοί Του, καὶ ἡ ἐκκλησία Του, ὅλοι ἤσαν ταυτόχρονα παρόντες, κατὰ τρόπο ἀνείπωτο.  Κατάλαβα τότε, πὼς ἐπὶ τέλους, ἤμουν «στὸ σπίτι μου».

Ἔχουν περάσει ἕνδεκα χρόνια ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βράδυ.  Ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά μου – ἡ σύζυγός μου, οἱ κόρες μου, ὁ γαμπρός μου καὶ τὰ τρία ὑπέροχα ἐγγόνια μου μὲ ἀκολούθησαν στὴν Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τοὺς εἶδα ὅλους νὰ μεγαλώνουν καὶ νὰ ὡριμάζουν, παρὰ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς πάλες τῆς ζωῆς. Ὅλοι μας ἔχουμε πεῖ – ξανὰ καὶ ξανὰ – πόσο εὐγνώμονες εἴμαστε στὸν Θεό, ποὺ προστάτεψε τὴν Ἐκκλησία Του καὶ ποὺ Τὴν διαφύλαξε σώα ἀπὸ τὶς «πύλες τοῦ Ἅδου», στὴν ἁγνή Της μορφή, ἀνόθευτη καὶ ἀδιάβρωτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου